Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2011

Το Εργαστήριο

Βλέπεις
τούτη τη γυναίκα ;
είναι χαρισματική,
μια μορφή
που κινήθηκε σε
χώρους
κι
χρώματα
για πόσα
χρόνια.
Έπλεξε
το δικό της
μέλλον
και ο χρόνος
της
αποξύρανε το λάδι.
Γνώριζε από
μελάνι
και
κάθε είδους
υλικό.
Ταξίδεψε πολύ ,
κι ο χρόνος
άφηνε
τα στίγματα
στο πρόσωπο.

(Παράπονο
σαν μαχαίρι να σκαλίζει την ψυχή.)

Ίσως όμως , τούτη η γυναικεία μορφή ,
που ξέρει καλά από λάδι και χρώμα,
να φωτίσει άλλους,
να δώσει
ότι μπόρεσε να
φύγει
από του χρόνου το παράπονο.
Γιατί το έργο κι ο χρόνος
έχουν κοινό
παρανομαστή :
τον σεβασμό.

Τρίτη, 21 Ιουνίου 2011

Semester

Φωνή Δυνατή:
ΕΞΟΔΟΣ !
τη νύχτα ,
ουρλιάζεις από μέσα σου
και φυτρώνουν
αποφάσεις λεπτών
Στρωμένος δρόμος
να καλεί
το μέλλον
και το τσιμέντο
βαθιά να σε ριζώνει
στα
πεζοδρόμια
μιας σάπιας
εποχής.
Το μέλλον
το τώρα
το αύριο.
πρόσωπα που χάνονται
τα βράδια
στα όνειρα
σε κρατάνε
χέρι χέρι-
Μα γιατί ο κόσμος
έβαλε μάσκα;


Φωνή δυνατή:
ΕΡΧΟΜΑΙ


( φτερά έχω )


Γιατί όπως μου ψιθύρισε
ένας άνθρωπος που
αγαπώ
" στρώσε το ποτάμι σου για έξω "

Ψίθυρος:
Ερχομαι...

Σάββατο, 18 Ιουνίου 2011

Μητρικά ένστικτα

Τα βράδια ,
πεταλούδες
στο στομάχι.
Σμήνος
από δαύτες
να πετούν
δίχως έξοδο.
Τα πρωινά
οι φωνές
παγώνουν
γύρω από τον καφέ.
Ξύπνησε
η έννοια
κοιμήθηκε
η άγνοια.
Πάντα θα κοιμάται , έτσι είναι-
Και
ένα κουκούλι
έτοιμο να
γεννήσει
την πιο λαμπρή πεταλούδα.
Την φωτεινή ,
συνώνυμο της αγάπης,
ταυτότητα της μητρότητας.
Και η αγκαλιά
η έξοδος.
Και το φιλί ,
το πέταγμα.
Και η μάνα ,
πάντα
μια λαμπρή πεταλούδα.
Πάντα θα σε
ακολουθάει.
Κι ας εχει κλειστά μάτια.
Κι ας πονάς για εκείνην.
Την θες ή όχι ,
μάθε πως
τότε
στο κέλυφος που ήσουν.
περάσαν
λίγα σ'αγαπώ
από τα φτερά.

Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2011

Πήλινο αγγείο

Βράδυ .Ησυχία στο δωμάτιο κι ένα κερί είναι αναμμένο.


Ο Άνθρωπος φόρεσε τα γυαλιά ηλίου.



- Πες μου : Μπορείς να δεις τους άλλους ξεκάθαρα ; Θέλω να πω , να δεις κάθε χαρακτηριστικό τους , κάποιο βλέμμα. Να καταλάβεις... Λοιπόν βλέπεις τα γυαλιά που φοράω ; Είναι μαύρα , ο σκελετός μαύρος κι εσύ κάθεσαι και με κοιτάς. Όμως , δεν μπορείς να δεις τα μάτια μου. Αντίθετα εγώ μπορώ. Εκτός κι αν φόραγες τα ίδια γυαλιά με εμένα.


(Γυαλί που σπάει
Εύθραστο. )


Συνέχισε:

- Τώρα δες το στόμα μου να κινείται. Σχηματίζει φθόγγους και λέξεις. Συλλαβίζω λέξεις όσο πιο ξεκάθαρα γίνεται και εσύ τις ακούς. Ολόγυμνος μπροστά μου και απλά ακούς ό,τι λέω.
Φόρα τώρα αυτά τα γυαλιά.

( Ο απέναντι φόρεσε τα γυαλιά και κοίταξε τον άνθρωπο )


Θα σου λέω λέξεις κι εσύ θα ακούς.

Το βράδυ πέρασε. Λίγο πριν το ξημέρωμα, λίγο πριν βγει ο ήλιος:




( το δωμάτιο σκοτεινό , μόνο το κερί αναμμένο )


Τρομάζει η αλήθεια
τρομάζουν οι λέξεις
τρέμει το φως
όλα πλάθονται.



- Τώρα κοίτα: έχω πηλό. Μπορείς να φτιάξεις ο,τιδήποτε.Το ξέρω ότι μπορείς απλά θέλω να βγάλεις τα γυαλιά. Βρες τι είναι αυτό που θες να πλάσεις , να δημιουργήσεις και μετά... κάνε το πράξη. Έχεις το χρόνο που σου χρειάζεται.


Πλάση
λέξη
πηλός.
Ο άνθρωπος πήρε στα χέρια του το έργο που είχε φτιάξει ο απέναντι του.

- Κοίτα τι όμορφο που είναι ! Το έφτιαξες εσύ! Θαυμάσια... τώρα φόρεσε τα μαύρα γυαλιά μου και πες τι βλέπεις.
- Δεν μπορώ να δω κάτι. Όλα μαύρα είναι. Λίγο γελοίο αυτό που κάνεις.

- Γελοίο ; Καθόλου.


Ο άνθρωπος , αφού πια ο πηλός είχε στεγνώσει , έσπασε το άγαλμα.
'Υστερα είπε στον πλάστη του :

- Είδες πόσο γελοίο είναι το ψέμα ; πλάθεις κάτι , σπάει , και μετά δεν βλέπεις τίποτα.



Φόρεσαν και οι δύο τα γυαλιά ηλίου.

( γιατί όλα είναι εύθραυστα )

-






Κυριακή, 12 Ιουνίου 2011

Η σχεδία ή χαρτογράφημα

Μας αρέσει το τίποτα.
Μας γεμίζει η ανάγκη.
Είναι όλα
μια εικόνα.

Καλούμαστε να ταυτιστούμε με την ανάγκη
και να δημιουργήσουμε
εικόνες.

Εικόνες.
Φοβισμένα χρώματα
και
καλαίσθητα σχέδια.

Τρομάζεις στην ιδέα.
Πάρε χαρτί και μελάνι.
Ύστερα ,πετάς.
Πιλοτάρεις
την
αδέξια
τέχνη
σου.

Μα είναι και αυτός
ο πόνος του λάρυγγα -
κενά αέρος.
Δίπλα μου το τσάι ,
σωτηρία
άλγους.

Άυλος και άγρυπνος ,
πάλι για
σχέδια
λαχταρώ.


( Και το μελάνι στάζει ήδη )

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2011

Κόκκινο (κρασί) σχεδόν κρυμμένο

Το ποτήρι με το κρασί
ήταν γεμάτο.
Η ουσία μένει
τυπωμένη
στον αέρα-
στα μάτια.
Βουτιά στο κενό
και
-πλατς -


Οι τύψεις ;
κόρες της
συνείδησης,
της αυτογνωσίας...

Έκρυψα τα λόγια
στο συρτάρι
και ξέχασα να συγχωρώ.
Αυτό είσαι ;

(Λέξεις τυπωμένες ,
απόφαση κρυμμένη.)


Έκρυψα τα λόγια
στον ουρανό
και
φώναζε ο αέρας
ντυμένος στα
κόκκινα.

Άδειασε και το ποτήρι.

Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2011

Τοξότης

Πέρασα την κλωστή και
την άφησα
-λίγο- να σφίξει το δάχτυλο,
να μου θυμίσει
τα τελευταία ,
να μεταμορφωθεί
σε αγκάθι
που βασανιστικά
θα τρυπάει το δάχτυλο
( και το αίμα να πέφτει )

Μα τί κάνεις ;
τότε...
τί θα κάνεις ;

Το αγκάθι γίνεται ένα με το σώμα.

Κοίταξα στον καθρέφτη
κι ό,τι πρόλαβα να δω
ήταν
ένα
βέλος
-καρφωμένο -
γατζωμένο στο σημείο που πονάει πιο πολύ -

Σάπισε αυτή η πόλη ,
κι εμείς μένουμε εδώ μέσα ,
ριζώνουμε
και μας καίνε.

Γίναμε τσιμέντο,
μας κοίταξε η αλλαγή
μα έφυγε ,
πήρε το δρόμο του γυρισμού.

Ριζώσαμε καλά καλά
και τώρα θέλουμε να φύγουμε.

( μα πού θα πας ; )

Κοίταξε κάτω μου,
γονάτισα,
έκλεισα
τα μάτια
κι άφησα τον
πόνο
να νικήσει.


( μα τί κάνεις ; τότε ... τί θα κάνεις )