Πέμπτη, 30 Δεκεμβρίου 2010

Κοίτα με τα μάτια

Η αλήθεια,
είναι μπροστά σου.
Αυτή κοιτάς ,αυτή βλέπεις.
Πράξε με τα μάτια
και μην ακούς τους άλλους.

Απλά κάνε το ,
χωρίς σκέψη.
Φόβος,
Επισκέπτης με πολλά πρόσωπα.
το δικό σου
γίνεται ένας από αυτούς.

Γι'αυτό σου λέω,
κοίτα με τα μάτια.
Ευθεία.
Διότι εκεί είναι η αλήθεια.
Μπροστά σου.
Σερβιρισμένη
μεθυσμένη από τα αρώματα των άλλων.

****

λίγες ώρες μετά :

στο πρώτο χτύπημα τηλεφώνου τίποτα.
απλα απορείς.
στο δεύτερο ,
ξέρεις ότι το φιλαράκι σου είναι νεκρό.

τώρα κλείνεις κι εσύ τα μάτια.

Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2010

Κύριε Χ ,πότε φτάνουμε ;

- Σε πόση ώρα ;
- Δεν ξέρω.
-Έχεις ξανα πάει ;
...
- Κι εσύ έχεις πάει.
- Εγώ ; πότε ;πρώτη φορά είναι !
- Κι όμως.
- Δεν θυμάμαι.
- Χα.. πρώτη φορά είναι- μόνο που έχουμε ξανα πάει.
- Αφού είναι πρώτη φορά - πώς έχουμ-
- ΣΣ.. εδώ είναι !
- Μα εδώ δεν έχει τίποτα.
- Κοίταξε καλύτερα . Ίσως πρέπει να περιμένουμε.
- Πότε θα φτάσουμε ; δεν είναι εδώ. εδώ δεν έχω ξανα έρθει.
- Είσαι σίγουρος ;
- Αν είμαι σίγουρος ; Και βέβαια είμαι σίγουρος !
- Δεν θυμάμαι να χαμογέλασες στην διαδρομή.
- Τι ;
- Λέω... σε όλη τη διαδρομή δεν χαμογέλασες.
- Τι εννοείς ;
- Είχες κλειστά μάτια. Ίσως γι'αυτό.

Δευτέρα, 27 Δεκεμβρίου 2010

Η Φυγή

Στο χάρτη που λέγεται ζωή ,
έχουμε επιλογές.
Ένα μεγάλο τεστ πολλαπλών επιλογών.
Είτε να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα,
είτε να το σκάσουμε.


Κάποτε έλεγες :
" η φυγή δεν είναι λύση"
Οι εποχές αλλάζουν.
τα προβλήματα αλλάζουν.
ο Χάρτης μένει ίδιος.
Στη ζωή πορευόμαστε μαζί.
3/4 μαζί.
στο 1/4 μόνοι.

άλλωστε , μόνοι μας ερχόμαστε
μόνοι μας φεύγουμε.
ίσως αυτό είναι το δώρο των" Χριστουγέννων".
η αγάπη της συντροφιάς.

Και θυμάμαι που κάποτε -
" μα εγώ δεν αντέχω την αδράνεια "

Πέμπτη, 16 Δεκεμβρίου 2010

Πάνε τα χαμόγελα των νέων

Και πού πήγε ο Βενιζέλος ;
εκείνος ο σπουδαίος ; ο καλός ;
και πού πήγαν οι άλλοι ;
όπου τα φαγαν και φύγαν ;
μας αφήσαν κι εμας να περιμένουμε.
στην απέξω μας αφήσαν.

Στο δρόμο,
νέοι ,γέροι
κάθε καρυδιάς καρύδι.
Για εκείνους ,
τριακόσιοι τόσοι.
Ανθρωπάκια.

Μικρομεσαίοι ήμασταν ,μικροί γίναμε.
Πάει κι ο Περικλής.
Μοναχα για εκείνον θα λέμε.
" Να η Ελλάς !το Μεγαλείο σου "
η Ελλας που σκοτώνει τα παιδιά της.

εκείνα τα λόγια κύριοι,
αυτά που γελάμε , τα θυμάστε ;
" ώρε πού πάμε ωρέ , πού πάμε ;"
Σήμερα αυτό ρωτάμε,
αλλά γέλιο μηδαμινό.
τέλος το γέλιο , πάει ,έφυγε.

Αλλού για αλλού πηγαίναν
αλλά στους δρόμους καταλήξαμε.
μισοί να ζητάμε ,κι άλλοι μισοί να ψωρό-ζητάνε.
Πατρίς , θρησκείς , οικογένεια.
Σας είδαμε κι εσάς.

Πάει κι η οικέγενοια,
πάει κι η παιδεία ,
και η πατρίδα ,πάνε όλα.
πάει και η τέχνη ,το γέλιο , η άθληση.
αλλά εκεί. στο κενό.
ο ένας μετά τον άλλον πέφτει.
λίγοι θα μείνουν.
Μα αυτοί θα γελάνε μαζί μας.

Θα συνεχίζουν να τρώνε.
Απομεινάρια μηδέν.
σκοτωμένοι και στους δρόμους.
κάτω.
ζωντανοί νεκροί .
σφαγείο.

Πάει κι ο Βενιζέλος ,
κι η παιδεία , η υγεία και το ήθος κι όλα.
μα προπάντων,
πάνε και τα χαμόγελα των νέων.

Κυριακή, 5 Δεκεμβρίου 2010

Το χαμένο καπέλο

Άνοιξε την τσαλακωμένη ζωγραφιά. Την κοίταξε.
Λίγο αργότερα... : " Βλέπω έναν άνθρωπο που είναι χαμένος στις σκέψεις του. Θέλει κάτι να ολοκληρωθεί , αλλά δεν το βρίσκει. Κλεισμένος στο σπίτι. Νιώθει έξω από τα νερά του. Έχει χάσει. Βρίσκεται σπίτι του , αλλά δεν θέλει να είναι εκεί. Θέλει να είναι έξω."
Οι διπλανοί απόρησαν.
- εγώ βλέπω έναν άνθρωπο που έχει χάσει το καπέλο του και το ψάχνει. Έξω βρέχει. Και θέλει να είναι στη βροχή , μπορεί και όχι. Σίγουρα ψάχνει το καπέλο. Αλλά , δεν θα το βρει ποτέ.
- Εγώ βλέπω ότι θέλει να ερωτευθεί. Όντως , ψάχνει το καπέλο.
- Κοίτα τα μαλλιά του.
- Ναι , αλλά θέλει να είναι πάνω σε μια σκηνή. Δύσκολα αποφασίζει.
- Δεν είναι σκηνή.
- Είναι σπίτι ;
- Είναι σπίτι.

Βρίσκετε σπίτι του. Όπως κι εσύ.
Αλλά δεν θέλει να είναι εκεί. Όπως κι εσύ .
Θέλει να είναι έξω.
Όπως κι εσύ.

Ψάχνει το καπέλο.
Δεν θα το βρεί.
Όπως κι εσύ.

Τετάρτη, 1 Δεκεμβρίου 2010

... , Η , Θ ...Κ ,... Χ.

Η,Θ.
Η πόρτα άνοιξε , την αντίκρυσε , μία εβδομάδα μετά. Έπεσε στην αγκαλιά της ...χάθηκε στα χέρια της, άφησε όλη της την ενέργεια. Σα να λυτρώθηκε.Το σώμα της πόναγε όπως σπαράζουν οι ναρκωμανείς όταν δεν έχουν πάρει τη δόση τους. Έμπιγε τα νύχια πάνω στο δέρμα. Πόναγε όλο το κορμί κάθε μέρα που έβλεπε κάποια που της τη θύμιζε. Όταν έπεφτε στα σεντόνια της κι άκουγε μονη της τους τοίχους να φωνάζουν , εκείνους τους στίχους που τραγούδαγαν αγκαλιά , πάνω σε τούτο το στρώμα, σπάραζε...
Όταν δεν μπορούσε να μιλήσει πουθενά , ... όταν όλο αυτό έπεφτε στους δικούς της ώμους και μόνο.
Λυτρώθηκε , έπεσε στα χέρια της και με μιας έβγαλε τη μπλούζα της σχίζοντας μερικά κουμπιά και της φώναζε με μάτια βουρκωμένα , δείχνοντας το στέρνο της.
"ΑΥΤΟ, είναι δικό σου" ήταν εθισμένη στην επαφή τους...


Μια εβδομάδα μετά , πόσο διαφορετική φαινόταν ; λες και είμαστε τέσσερις. Δύο αυτή και δύο εγώ. Το χάος δεν μπορούσε να κρυφτεί. Η Λύτρωση χαμένη , η ευκαιρία είχε πετάξει. Το μονο που έμεινε ήταν δύο βουρκωμένα μάτια.Δεν σκεφτόταν πια , απλά θεωρούσε και αναθεωρούσε. Την καημένη ... δεν ήταν αυτή. Ψάχνει το δρόμο-
Ξαφνικά βραδιάζει. Σε τούτο το δάσος , δεν ξέρει το δρόμο
" Ακολούθα τα βήματα "
Αχ και να ξερε ,ότι ήδη αυτές οι πατημασιές ήταν δικές της...



Ντουέτο : Κ ... Χ

[ . . . ]
Αυθεντία : Φρίντριχ Σοπεν .
Κάποτε υπήρχε μια κόρη που αναζητουσε το πατρικό στοιχείο παντού. Σε έναν εραστή , ερωτικό σύντροφο ,σε έναν πιανίστα , σε έναν θετό πατέρα ,σε έναν αρθρογράφο ,σε ένα συγγραφέα , σε ένα φωτιστή , σε μια λεσβία , σε ένα φίλο , σε κάποιον άγνωστο στο μετρό. Οποιονδήποτε. Κι όταν αυτό δεν το βρήκε πουθενά ,το έψαξε σε ένα γραπτό. Αχ ... κι αυτή η μάνα ,που πάσχησε για τα πάντα , που έγινε και πατέρας και όλα , τί να πράξει ακόμα ; Πόσο μεγάλη αυθεντία είναι αυτό το συναίσθημα που βγάζει αυτός ο υπερσυνθέτης ;
'Ωρες ... μεγάλη ποιότητα .Κι όταν αντιληφθείς ποιες είναι οι ποιότητες σου , δεν μπορείς να τις κατεβάζεις. Μα , ποθείς να τις εξελίσεις διαρκώς. Ακόμα κι αν τις διδάσκεις , μα πρώτα-πρώτα ,ο άνθρωπος που έχεις απέναντι σου , δεν καταλαβαίνει την αξία σου !
Σαν ένα μικρό παιδί , έτσι μωρός που είναι ,σα να πετάει ένα ρουμπίνι στα σκουπίδια ...
| παράγω δίχως άγχος |

Όταν απλώνεις τα κύτταρα του κορμιού σου σε αυτό το σύμπαν , και την ενέργεια σου στον αέρα του ,με ρυθμό ή χωρίς , μα όταν η ψυχή σου βγαίνει από την εξάντληση των ορίων , των σχημάτων του σώματός σου- Τοτε ο εαυτός σου χορεύει-. Η ψυχή σου βγαίνει σε υγρή μορφή μέσω του ιδρώτα . Και όταν δεν υπάρχει λάθος για σένα ,πιστεύεις στην αυθεντία της κάθε κινήσεώς σου ,μόνο τότε , αφού πιστέψεις και το αισθανθείς με όλο σου το είναι ,μπορείς να λέγεσαι χορευτής - και πλέον καλλιτέχνης-
Διότι αν δεν μπορείς να πιστέψεις , δεν μπορείς να μεταδόσεις τίποτε.


Το κιβώτιο έμενε εκεί. Δεν το είχαν ανοίξει για πάρα πολύ καιρό.
" Ματαιότητα" , μοναξιά , θλίψη ,δάκρυα. Έμεναν εκεί και δεν έφευγαν, στεγνά... Το χειρότερο που θα μπορούσε να συμβεί- δήθεν χειρότερο
" ματαιότητα "
Απόλυτη ηρεμία στην μία άκρη , ενώ στην απέναντι το χάος.
Να αλλάξεις ,εγώ δεν προκαλώ τίποτα. Το κιβώτιο έμενε εκεί για πολύ καιρό . Δεν άλλαζε.
Ψεύτικα , αμυδρά χαμόγελα. Κάποια στιγμή κοίταξε μπροστά ...
Το κιβώτιο έμενε εκεί , κλειδωμένο.

Μη φοβάσαι τη νύχτα.

Ιστορία...


Γυρνούσε από την καθημερινότητα. Γύρισε στο σπίτι και άνοιξε το φως. Ήταν όλα μουντά.Ο ουρανός ήταν γκρίζος , η ψυχή το ίδιο. Ο Εγκέφαλος δεν έφερνε πια νέες σκέψεις.
Κοίταξε τον καθρέφτη και απόρησε. Δεν ήταν δυνατόν. Δεν έβλεπε το πρόσωπο που είχε συνηθίσει ήταν κάτι άλλο. Άλλαξε.Άλλαζε. Θα αλλάξει. Πάλι. Ξάπλωσε κι έκλεισε τα μάτια. 'Εψαχνε τον έρωτα παντού. Μόνος. Μόνη.
Βαρέθηκε - βαρέθηκε πια να βλέπει την απόρριψη στα μάτια των άλλων ή κι ακόμη τις λάθος επιλογές. ίσως , δεν ήταν επιλογές. Κάρμα ; τύχη ; μπούρδες . Επιλογές ήταν. Και πάντα επέλεγε το λάθος δρόμο. Ένα χάος σχηματισμένο στο κεφάλι. Παράδρομοι και φιλοδοξίες. Η μία επιλογή σου ανοίγει άλλες χίλιες και η δεύτερη επιλογή άλλες τρεις χιλιάδες. Μα πάντα , διάλεγε το λάθος δρόμο .
Βαρέθηκε αυτή τη συνήθεια : τα λάθος μονοπάτια. Η νύχτα ασχήμαινε τους ανθρώπους και πόσο μάλλον τούτο το ον. Φοβόταν τη νύχτα. Γιατί έφερνε αλλαγές. όλες οι σκέψεις πριν κοιμηθεί - σκότωναν-

Η ασφάλεια ήταν κρυμμένη πίσω από τα πρόσωπα του κόσμου. Και είχε πάψει να κοιτάει στα μάτια. 'Ενα συνεχόμενο ανασφαλές βλέμμα. Ντρεπόταν για την κάθε επιλογή -
Σα να μην μπορούσε τον εαυτό. Και αν δεν μπορείς να πιστεψεις στον ίδιο σου τον εαυτό , ποιός θα πιστέψει σε σένα ;